Δημοτικό Σχολείο ΑΦΥΤΟΥ

 

+menu-

header image

ελεύθεροι πολιορκημένοι

ο ποιητής

Ο Διονύσιος Σολωμός (8 Απριλίου 17989 Φεβρουαρίου 1857) ο Έλληνας ποιητής, περισσότερο γνωστός για τη συγγραφή του ποιήματος Ύμνος εις την Ελευθερίαν, οι πρώτες δύο στροφές του οποίου έγιναν ο Εθνικός Ύμνος των Ελλήνων .

Κεντρικό πρόσωπο της Επτανησιακής σχολής, ο Διονύσιος Σολωμός θεωρήθηκε και θεωρείται ο εθνικός ποιητής των Ελλήνων, όχι μόνον γιατί έγραψε τον Εθνικό Ύμνο, αλλά και γιατί αξιοποίησε την προγενέστερη ποιητική παράδοση (κρητική λογοτεχνία , δημοτικό τραγούδι ) και ήταν ο πρώτος που καλλιέργησε συστηματικά τη δημοτική γλώσσα και άνοιξε τον δρόμο για τη χρησιμοποίησή της στη λογοτεχνία.

Εκτός από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, τα σπουδαιότερα έργα του είναι: Ο Κρητικός, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Ο Πόρφυρας, Η Γυναίκα της Ζάκυθος, Λάμπρος. Το βασικό χαρακτηριστικό της ποιητικής παραγωγής του είναι η αποσπασματική μορφή: κανένα από τα ποιήματα που έγραψε μετά τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν δεν είναι ολοκληρωμένο και με ελάχιστες εξαιρέσεις, τίποτα δεν δημοσιεύτηκε από τον ίδιο.

 

Πηγή έμπνευσης των Ελεύθερων Πολιορκημένων είναι ο αγώνας των υπερασπιστών του Μεσολογγίου, κατά τη δεύτερη πολιορκία του από τους Οθωμανούς, που κράτησε σχεδόν ένα χρόνο (1825-1826) και κορυφώθηκε με την απέλπιδα έξοδο της Κυριακής των Βαΐων στις 10 Απριλίου 1826. Ο Σολωμός στο έργο του επιχειρεί να αναδείξει σε ποιητικό λόγο το ηθικό μεγαλείο των Ελλήνων αγωνιστών που οδηγούνται με πλήρη συνείδηση στη θυσία για την κατάκτηση της πνευματικής ελευθερίας τους

 

Oι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι… από το Γ΄ Σχεδίασμα
I
Mητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα,
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ? όνειρο, τί χάρ? έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα, να σ? ιδούν μες σε πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σού τριγύρισε τ? αθάνατα ποδάρια
(κοίτα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα τού Bαϊώνε!
Tο θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα?
ατάραχη σαν ουρανός μ? όλα τα κάλλη πόχει,
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ?ναι κρυμμένα!
Aλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν? ακούσω τη φωνή σου,
κι ευθύς εγώ τ? ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ?χ? η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.

II
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και σα θολώσουν τα νερά, και τ? άστρα σαν πληθύνουν,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ? Άγγλου!
Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι,
κι αλιά, σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν!
Aθάνατή ?σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;».
Στην πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα ?π? ο ξένος ναύτης.
Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
και με λιβάνια δέχεται και φώτα τον καημό τους
ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκλήσι.

(Παραλλαγή)
Mες στα χαράματα συχνά, και μες στα μεσημέρια,
και όταν θολώσουν τα νερά, και όταν πληθύνουν τ? άστρα,
ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιές, τα πέλαγα κι οι βράχοι.
Γέρος μακριά, π? απίθωσε στ? αγκίστρι τη ζωή του,
το πέταξε, τ? αστόχησε, και περιτριγυρνώντας:
«Aραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Tουρκιάς, τόπ? Άγγλου!
Πέλαγο μέγ?, αλίμονο, βαρεί το καλυβάκι?
σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν!
Aθάνατή ?σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις;»

IV
Aλλ? ήλιος, αλλ? αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος,
από το μαύρο σύγνεφο κι από τη μαύρη πίσσα,
ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα
τα παλληκάρια τα καλά, μ? απάνου τη σημαία,
που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει
παντόγυρα στον όμορφον αέρα της αντρείας.
Kι ο ουρανός καμάρωνε, κι η γη χεροκροτούσε?
κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε,
κι εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης:
«Όμορφη, πλούσια, κι άπαρτη, και σεβαστή, κι αγία!».

V
Kαι τώρα δα, τ? αράθυμο πάτημ? αργοπορώντας,
κατά το κάστρο το μικρό πάλε κοιτά, και σφίγγει,
σφίγγει στενά τη σπάθα του στο λαβωμένο στήθος,
που μέσα αγρίκα την ψυχή μεγάλη και τη θλίψη.

VI
Έστησ? ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη,
κι η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα,
και μες στη σκιά του φούντωσε και κλει δροσιές και μόσχους
ανάκουστος κιλαϊδισμός και λιποθυμισμένος.
Nερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα,
χύνονται μες στην άβυσσο τη μοσχοβολισμένη,
και παίρνουνε το μόσχο της, κι αφήνουν τη δροσιά τους,
κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους,
τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια.
Έξ? αναβρύζει κι η ζωή σ? γη, σ? ουρανό, σε κύμα.
Aλλά στης λίμνης το νερό, π? ακίνητό ?ναι κι άσπρο,
ακίνητ? όπου κι αν ιδείς, και κάτασπρ? ώς τον πάτο,
με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ? η πεταλούδα,
που ?χ? ευωδίσει τσ? ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο.
―«Aλαφροΐσκιωτε καλέ, για πες απόψε τί ?δες;»
―«Nύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια!
Xωρίς ποσώς γης, ουρανός και θάλασσα να πνένε,
ουδ? όσο κάν? η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι,
γύρου σε κάτι ατάραχο π? ασπρίζει μες στη λίμνη,
μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι,
κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του!».

VIII
«Άγγελε, μόνο στ? όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου;
Στ? όνομ? Aυτού που σ? τα ?πλασε, τ? αγγειό τσ? ερμιάς τα θέλει.
Iδού που τα σφυροκοπώ στον ανοιχτόν αέρα,
χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσές μου!
Tα θέλω γω, να τα ?χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα,
εδώ π? αγάπης τρέχουνε βρύσες χαριτωμένες».

XII
Kαι βλέπω πέρα τα παιδιά και τες αντρογυναίκες
γύρου στη φλόγα π? άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν
μ? αγαπημένα πράματα και με σεμνά κρεβάτια,
ακίνητες, αστέναχτες, δίχως να ρίξουν δάκρυ?
και γγίζ? η σπίθα τα μαλλιά και τα λιωμένα ρούχα.
Γλήγορα, στάχτη, να φανείς, οι φούχτες να γιομίσουν.

Eίν? έτοιμα στην άσπονδη πλημύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Xάρο.

           Tουφέκια τούρκικα, σπαθιά
           το ξεροκάλαμο περνά.

ο συνθέτης 

Ο Γιάννης Μαρκόπουλος είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες συνθέτες.

Γεννήθηκε το 1939 στο Ηράκλειο της Κρήτης, από γονείς παλαιών οικογενειών του νησιού, και πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Ιεράπετρα. Εκεί, στο ωδείο της παραλιακής αυτής πόλης, παίρνει τα πρώτα του μουσικά μαθήματα στη θεωρία και στο βιολί.

Έχει παρουσιάσει ένα πλούσιο έργο 40 και πλέον χρόνων που απλώνεται από το έντεχνο τραγούδι έως συνθέσεις για συμφωνική ορχήστρα και από την κινηματογραφική μουσική έως την όπερα…

This entry was posted in Χωρίς κατηγορία. Bookmark the permalink.

 

Comments are closed.